επιστρατεία

η (Α ἐπιστρατεία και ἐπιστρατηΐη) [επιστρατεύω]
νεοελλ.
επιστράτευση
αρχ.-μσν.
εκστρατεία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιστρατεία — ἐπιστρατείᾱ , ἐπιστρατεία march fem nom/voc/acc dual ἐπιστρατείᾱ , ἐπιστρατεία march fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρατείᾳ — ἐπιστρατείᾱͅ , ἐπιστρατεία march fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρατείας — ἐπιστρατείᾱς , ἐπιστρατεία march fem acc pl ἐπιστρατείᾱς , ἐπιστρατεία march fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρατείαν — ἐπιστρατείᾱν , ἐπιστρατεία march fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρατείαις — ἐπιστρατεία march fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρατηίην — ἐπιστρατεία march fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • рать — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  сущ. (греч. ἐπιστρατεία) военный поход, экспедиция, война.  … …   Словарь церковнославянского языка

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.